Προσκυνηματικές περιηγήσεις


 Βρέθηκα στη Ζάκυνθο, ως εκπρόσωπος της Ιεράς Μητροπόλεως Κέρκυρας, και παρακολούθησα το  Α΄ Πανελλήνιο Συνέδριο για θέματα θρησκευτικού τουρισμού των στελεχών των Ιερών Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, που πραγματοποιήθηκε από 14 έως και 15 Νοεμβρίου 2009 στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Αρκαδίων. Γενικό θέμα του Συνεδρίου, το οποίο είχε θέσει υπό την αιγίδα του ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, ο οποίος και κήρυξε την έναρξη των εργασιών του, ήταν : «ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΕΙΣ (Ιστορία - Παράδοση - Νεώτερες Εξελίξεις και Προβληματισμοί), ΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ ΩΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΟΙ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ».

Κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου τέθηκαν οι προσκυνηματικές περιηγήσεις στο ιστορικό αλλά και Ορθόδοξο ποιμαντικό τους πλαίσιο, σε αντιδιαστολή με τον “θρησκευτικό τουρισμό” που αναπτύσσεται ραγδαία στις μέρες μας, κυρίως από τα ταξιδιωτικά γραφεία, ο οποίος όμως συχνά είναι αποξενωμένος από το γνήσιο χριστιανικό πνεύμα που προτάσσει την πνευματική καλλιέργεια και οικοδομή.

Στην 1η Εισήγηση ο Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Βλάσιος Φειδάς ανέπτυξε το θέμα: "Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΗΓΗΣΕΩΝ ΣΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ". Τόνισε πως από την αρχαιότητα ήδη ήταν συνδεδεμένη η έκφραση της ευσεβείας με συγκεκριμένους τόπους (π.χ. ιερά του Απόλλωνα σε Δελφούς, Δήλο, Ολυμπία κλπ.), ενώ με την εμφάνιση και επικράτηση του Χριστιανισμού το ιερό κέντρο της θρησκευτικής ευλάβειας των χριστιανών πλέον ρωμαίων πολιτών μετατοπίστηκε κυρίως στα Ιεροσόλυμα, όπου έζησε και έδρασε ο Χριστός, αλλά και σε τάφους μαρτύρων και άλλων Αγίων. Μάλιστα, από τον 4ο αιώνα και μετά, πόλοι προσκυνήματος γίνονται και τα ασκητικά και μοναστικά κέντρα (ιδιαίτερα στυλίτες, αναχωρητές κλπ).  

Παράλληλα και αναπόφευκτα συνδέθηκαν οι ιδιαίτερες θρησκευτικές τελετουργίες, ξεχωριστές για κάθε Προσκύνημα, με την φιλοξενία των προσκυνητών που συνέρρεαν, ιδιαίτερα κατά τις ημέρες των εκάστοτε εορτών. Το κόστος της φιλοξενίας βάραινε πάντοτε τις Μονές και τα εν γένει Προσκυνήματα, γι αυτό και κατά την πρώτη χιλιετία του ιστορικού βίου της Εκκλησίας δεν εκδηλώθηκαν ακραίες πλουτομανείς τάσεις από τούς μοναχούς ή τις μονές.

Αντίθετα στη Δύση, κατά τη 2η χιλιετία, ο μοναχικός βίος διαφοροποιήθηκε με τη δημιουργία των μοναστικών ταγμάτων που, παρόλο που διακήρυσσαν την πτωχεία, σταδιακά συγκέντρωσαν αμύθητο πλούτο και συνεπακόλουθα την αποδοκιμασία εκ μέρους των πιστών της ακόρεστης πλουτομανίας των μοναχών. Αποτέλεσμα αυτής της πνευματικής παρέκκλισης ήταν η παρακμή των ταγμάτων αυτών (π.χ. το τάγμα των Κλουνιανών που παρήκμασε σε κάτι περισσότερο από έναν αιώνα). Παράλληλα αναπτύχθηκαν και τα “ιπποτικά” τάγματα με καθαρά οικονομικά κίνητρα, και με πρόφαση την παροχή προστασίας στους δυτικούς προσκυνητές αλλά και στους λατίνους ηγεμόνες των Αγίων Τόπων. Η τεράστια συγκέντρωση πλούτου και η σταδιακή αποχώρηση των λατίνων οδήγησε τα τάγματα αυτά σε παρακμή και τελικά στην κατάργησή τους από τους αυτοκράτορες της Δύσης με σκοπό τη δήμευση της περιουσίας τους.

Είναι προφανές ότι τα οργανωμένα προσκυνηματικά προγράμματα εμπεριείχαν πάντοτε τον πειρασμό μιας επικίνδυνης συγχύσεως μεταξύ των πνευματικών και των υλικών στοιχείων, τα οποία είναι απαραίτητα για την πραγματοποίησή τους. Απαιτείται επομένως από τη μια η πρόθυμη υποδοχή των ευλαβών προσκυνητών, και από την άλλη ο σεβασμός εκ μέρους των προσκυνητών προς την ιερότητα του τόπου, προϋποθέσεις αναγκαίες για τη μη αλλοτρίωση του πνευματικού χαρακτήρα των προσκυνηματικών επισκέψεων, ιδιαίτερα σήμερα, που τέτοιου είδους προσκυνήματα οργανώνονται από τα τουριστικά γραφεία, με έκδηλο το χαρακτήρα της εμπορευματοποίησης των ιερών τόπων.

Ο π. Γεώργιος Τσέτσης, στην εισήγησή του με θέμα: "Η ΕΙΔΟΠΟΙΟΣ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ «ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ»", μετά από μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό των ιερών αποδημιών των χριστιανών αναφέρθηκε στην εμφάνιση του Τουρισμού, ως περιήγηση που αποσκοπεί στην αναψυχή, από τον 19ο αιώνα και στην ραγδαία ανάπτυξή του ιδιαίτερα κατά τα τελευταία πενήντα περίπου χρόνια. Η ανάπτυξη του τουρισμού έκανε γνωστά και τα χριστιανικά μνημεία και προσκυνήματα, ακόμα και για λόγους περιέργειας και έκφρασης των πολιτισμικών στοιχείων της κάθε περιοχής. Έτσι σήμερα, ο λεγόμενος “θρησκευτικός τουρισμός” αποτελεί για τους παράγοντες του Τουρισμού ( Υπουργεία, φορείς, γραφεία κλπ) υποκατηγορία του Πολιτισμικού Τουρισμού, και ως είδος παρουσιάζει ανοδικές και αμείωτες τάσεις με σημαντικό ενδιαφέρον, κυρίως οικονομικού χαρακτήρα. Στο όνομα του τουρισμού παραθεωρείται ωστόσο η έννοια του “προσκυνήματος”, που εκλαμβάνεται ως ένα ακόμα “τουριστικό προϊόν”.

Το προσκύνημα δεν είναι μια απλή αφορμή για αναψυχή, αλλά ένα μέσο πνευματικής ανάτασης, επίσκεψη σε τόπους άγιους, πληρωμένους χάριτος και ευλογίας. Τέτοια είναι τα προσκυνήματα για την εκπλήρωση ενός τάματος, αλλά τέτοιεσ θα πρέπει να είναι και οι “προσκυνηματικές εκδρομές”, τουλάχιστον εκείνες που διοργανώνονται από την εκκλησία. Πέρα από τον σεβασμό στην ιερότητα του χώρου, ο προσκυνητής δεν μεταβαίνει απλά για να θαυμάσει την αρχιτεκτονική ή τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς, αλλά για να αγιασθεί, να ιαθεί, να ωφεληθεί πνευματικά, να συγκεντρωθεί, να συζητήσει, κυρίως όμως για να μετάσχει στη λειτουργική ζωή μιας Ιεράς Μονής ή μιας Ενορίας. Στη συνειδητοποίηση αυτής της ουσιώδους διαφοράς οφείλει να συμβάλλει η Εκκλησία (Μητροπόλεις, Ενορίες, Ιερές Μονές κλπ). Χωρίς τη βασική αυτή ποιμαντική μέριμνα και προϋπόθεση, το «προσκύνημα» καταντά μια απλή περιήγηση.

Σημαντική στο σημείο αυτό ήταν η εισήγηση του π. Ιωάννη Βερνέζου: "ΟΙ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ, ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΥΣ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΡΙΑΝΤΑΧΡΟΝΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΜΑΣ ΣΤΟ Ι. ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΡΩΣΣΟΥ". Με τρόπο γλαφυρό και παραστατικό ανέπτυξε την εμπειρία και το βίωμα του προσκυνήματος εκ μέρους των πιστών, σε μια εποχή που διψά όσο ποτέ για γνήσια εν Χριστώ κοινωνία και επικοινωνία. Τόνισε την αναγκαιότητα του σεβασμού προς ένα έκαστο προσκυνητή, και περιέγραψε τους τρόπους με τους οποίους ένα προσκύνημα μπορεί να συμβάλλει στην πνευματική καλλιέργεια και ανάταση των προσκυνητών. Κατέδειξε μάλιστα με τα λεγόμενά του σαφές ότι όσοι διακονούν στα προσκυνήματα πάνω και πέρα από κάθε άλλο προσόν ή εφόδιο, υλικό ή πνευματικό, είναι απαραίτητο να διαθέτουν το πνεύμα της χριστιανικής αγάπης και διακονίας, που βλέπει τον άλλο ως αδελφό, ως πρόσωπο και ουδέποτε ως μάζα.

Σε πιο πρακτική βάση κινήθηκε ο Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Αλέξανδρος Σταυρόπουλος, που ανέπτυξε το θέμα : "Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ". Από την εισήγησή του κατέστη εμφανής η ανάγκη της καλλιέργειας του προσκυνηματικού πνεύματος, χωρίς να παραθεωρείται βέβαια, στην περίπτωση των εκκλησιαστικών προσκυνηματικών εκδρομών, και ο εκ προοιμίου χαρακτήρας τους ως “εκδρομές”, που αποσκοπούν επίσης και στην αναψυχή. Η διατήρηση των ισορροπιών δεν είναι πάντοτε εύκολη ούτε αυτονόητη, και απαιτεί ιδιαίτερη ποιμαντική μέριμνα για τους Επισκόπους και τους λοιπούς κληρικούς που διοργανώνουν και στελεχώνουν μια προσκυνηματική εκδρομή. Από την άλλη μεριά, απαιτείται ιδιαίτερη μέριμνα και προσπάθεια, ώστε να διατηρηθεί ο χαρακτήρας των προσκυνημάτων, και να μην μεταβληθεί σε απλό αξιοθέατο, να μην αλλοιωθούν από την αθρόα προσέλευση τουριστών ή/και προσκυνητών και το κοσμικό πνεύμα που συνεπακόλουθα μεταφέρουν, ιδιαίτερα οι ξένοι με το Ορθόδοξο βίωμα τουρίστες.

Στην τελευταία εισήγηση, ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας, Γενικός Αρχιερ. Επίτροπος της Ι. Μ. Ζακύνθου, ανέπτυξε το θέμα: " ΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ ΩΣ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΟΙ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ-ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ -ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ".  Τόνισε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Επτανήσων, ως “γέφυρας μεταξύ ανατολής και δύσης” που είναι έκδηλα στο ιδιαίτερο πολιτισμικό αμάλγαμα της περιοχής, όπως φαίνεται τόσο από την ιστορία της όσο και από την αρχιτεκτονική και καλλιτεχνική της κληρονομιά (μουσική, ζωγραφική, λογοτεχνία κλπ). Σημαντική επίσης είναι και η παρουσία των άφθαρτων ιερών λειψάνων των Αγίων Σπυρίδωνος (στην Κέρκυρα), Γερασίμου (στην Κεφαλλονιά), Διονυσίου (στη Ζάκυνθο), Θεοδώρας της Αυγούστας (στην Κέρκυρα) και Ιωσήφ του Κρητός (στο Γαϊτάνι Ζακύνθου), τα οποία απετέλεσαν τονωτική ένεση για την συσπείρωση εντός του σώματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας των πιστών, παρά τους κλυδωνισμούς, εξαιτίας της συνάντησης και συνύπαρξης με τους Δυτικούς.

Εξαιτίας αυτών των ιδιαίτερων πολιτισμικών χαρακτηριστικών τους αλλά και της παρουσίας τόσων ιερών λειψάνων, τα Επτάνησα αποτελούν έναν από τους δημοφιλέστερους προσκυνηματικούς προορισμούς τόσο των μεμονωμένων προσκυνητών όσο και των οργανωμένων, κυρίως από χώρες με ορθόδοξο πληθυσμό, όπως η Ρωσσία. Οι ιερές Λιτανείες, οι ιδιαίτερες θρησκευτικές τελετές και έθιμα (όπως της Μ. Εβδομάδας), το ιδιάζον επτανησιακό ψαλτικό μέλλος, αποτελούν στοιχεία που ελκύουν τους προσκυνητές και έχουν τη δυναμική να συμβάλλουν στην πνευματική καλλιέργεια των πιστών. Τέλος έκανε και μια εκτενή αναφορά στη φυσιογνωμία της Ζακύνθου ως προσκυνηματικού προορισμού.



Από τις συζητήσεις που ακολούθησαν έπειτα από κάθε εισήγηση, τονίστηκε η αναγκαιότητα συντονισμού και επικοινωνίας μεταξύ των Ιερών Μητροπόλεων και ενοριών, προκειμένου ένα προσκυνηματικό ταξίδι να επιφέρει τους μέγιστους πνευματικούς καρπούς, με δεδομένη την άγνοια των τουριστικών πρακτόρων ή και τον εσκεμμένο εκ μέρους τους παραμερισμό, στο όνομα του κέρδους, του πνευματικού χαρακτήρα των προσκυνημάτων. Κατέστη επίσης πρόδηλη η ανάγκη καταρτισμού των ξεναγών εκ μέρους της Εκκλησίας, ώστε τα ιερά προσκυνήματα να προβάλλονται σωστά στους επισκέπτες, είτε η κατάρτιση προς αυτή την κατεύθυνση στελεχών των ιερών Μητροπόλεων, που θα προτείνονται στα τουριστικά γραφεία ώστε να κατατοπίζουν τους επισκέπτες. Ένα άλλο χρήσιμο εργαλείο είναι η αξιοποίηση του διαδικτύου αλλά και κατάλληλων εντύπων – προσκυνηματικών οδηγών, που θα χρησιμεύουν σε κάθε προσκυνηματική εξόρμηση.

Σε μια εποχή που οι άνθρωποι ταξιδεύουν όλο και πιο συχνά προκειμένου να ξεκουράσουν το πνεύμα τους, είναι ανάγκη οι προσκυνηματικές περιηγήσεις να διατηρήσουν τον πνευματικό τους χαρακτήρα, στον αντίποδα της εμπορευματοποίησης, στη οποία πιέζουν οι παράγοντες του τουρισμού. Προτεραιότητα για τις προσκυνηματικές περιηγήσεις παραμένει και πρέπει να παραμένει η πνευματική ανάταση και καλλιέργεια, χωρίς να αποκλείονται από το πρόγραμμα των περιηγήσεων αυτών και όσα δεν βλάπτουν την ψυχή, όπως ο χρόνος για ψώνια, περιπάτους, και σωστή διασκέδαση.

____________ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου